Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Παιδεία Πολλών Ταχυτήτων - Μεταρρύθμιση


Στην υπολογιστική προσομείωση δυναμικών συστημάτων, υπάρχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μεθοδολογία που προσπαθεί να συνδυάζει προβλέψεις από δύο ειδών μαθηματικά μοντέλα: αλγόριθμους που περιγράφουν αναλυτικά τα αναμενόμενα αριθμητικά αποτελέσματα (συνήθως κάποιες διαφορικές εξισώσεις) με τα λεγόμενα «γεννετικά» μοντέλα που είναι καταλληλότερα για να περιγράφουν στοχαστικές παραμέτρους του συστήματος υπό μοντελοποίηση, την τυχαιότητα με άλλα λόγια.

Θυμήθηκα την μικρή μου ενασχόληση με αυτά τα συστήματα, προσπαθώντας να κατανοήσω το σύστημα επιλογής σχολείου στην Ολλανδία, που συνδυάζει την μετρήσιμη ακαδημαϊκή επίδοση με την τυχαιότητα. Αυτό το σύστημα, και μια πρόταση προσαρμογής του στην Ελληνική πραγματικότητα, ακολουθούν.


Στην Ολλανδία, μετά το Δημοτικό, υπάρχουν τρεις ταχύτητες σχολείων: προετοιμασία επαγγελματικής εκπαίδευσης, γενική εκπαίδευση, και προετοιμασία επιστημονικής εκπαίδευσης. Σε κάθε ταχύτητα, υπάρχουν αρκετές διαβαθμίσεις π.χ. στην επιστημονική εκπαίδευση υπάρχει η επιλογή σχολείου που διδάσκει Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά ή όχι. Παρόλο που κατά την διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης υπάρχει μεγάλη κινητικότητα ανάμεσα στις βαθμίδες (π.χ. θα αναφέρω ότι ένας αρκετά διάσημος φίλος και συνάδελφος καθηγητής Πανεπιστημίου άρχισε από την επαγγελματική εκπαίδευση), με το τέλος του Δημοτικού πρέπει να γίνει μια σύσταση στα παιδιά για την βαθμίδα που ταιριάζει στην μέχρι τότε πορεία τους . Λόγω της κινητικότητας, που είναι αμφίδρομη, το σημαντικό είναι να βρεθεί το παιδί κάπου που να του ταιριάζει. Το ζητούμενο είναι περισσότερο να μην βρεθεί το παιδί σε μια βαθμίδα χειρότερη από τις δυνατότητες του (γιατί θα βαρεθεί ή και θα μισήσει το σχολείο), και λιγότερο να μην βρεθεί σε μια βαθμίδα καλύτερη από τις δυνατότητες του, γιατί εάν δυσκολευτεί υπερβολικά απλά μπορεί να μεταβεί στην παρακάτω βαθμίδα. Η επιλογή γίνεται με την «συμβουλή» του Σχολείου, που την συντάσσουν οι δάσκαλοι των δύο τελευταίων τάξεων, μαζί με τον Διευθυντή του Σχολείου, με βάση την όλη παρουσία του μαθητή αλλά και τις επιδόσεις του στις συχνές αλλά χαλαρές εξετάσεις. Διαφωνίες των γονιών είναι σπάνιες, και συνήθως (αλλά όχι πάντα για να λέμε την αλήθεια) λύνονται με φιλικό τρόπο. 

Όταν η βαθμίδα έχει αποφασιστεί (αυτή την εποχή περίπου έρχεται η «συμβουλή»), η επιλογή του σχολείου είναι ένα μεγαλύτερο θέμα! Ορισμένα σχολεία, ειδικά της επιστημονικής εκπαίδευσης (αυτά που στην Ελλάδα θα λέγαμε «πρότυπα») έχουνε μια ιστορία σε βάθος χρόνου, επιτυχείς αποφοίτους, και παράδοση, και είναι περιζήτητα. Το ίδιο ισχύει σε όλες τις βαθμίδες, όπου πολλά σχολεία είναι πιο δημοφιλή από άλλα. Ειδικά εάν λάβετε υπόψιν ότι τα «ιδιωτικά» στην ουσία δεν υφίστανται (ακόμα και η βασιλική οικογένεια στέλνει τα παιδιά της στο Δημόσιο) η διασφάλιση του «αδιάβλητου» στην επιλογή σχολείου είναι δύσκολη. Και η προσέγγιση πολύ διαφορετική από την Ελληνική. 


Η αρχική επιλογή σχολείου, όπως είναι αυτονόητο, είναι του μαθητή και της οικογένεια του. Ορισμένα σχολεία φυσικά έχουνε περισσότερες αιτήσεις από αυτές που μπορούν να εξυπηρετήσουν, και άλλα λιγότερες. Εάν η τελική επιλογή αφεθεί στο σχολείο (μετά από αίτηση του μαθητή) η διαδικασία γίνεται αυτόματα διαβλητή, λόγω πιέσεων από γονιούς με «επιρροή». Εάν η τελική επιλογή γίνεται με βάση τις επιδόσεις στις εξετάσεις, τότε οι εξετάσεις χάνουν το νόημα τους μια και οι (ευκατάστατοι) μαθητές θα προετοιμάζονται για αυτές και οι εξετάσεις θα χάνουν το πραγματικό τους νόημα: οι εξετάσεις είναι για να διαπιστώσουν το γενικότερο επίπεδο γνώσεων του μαθητή και όχι την ικανότητα να αναπαράγει την διδακτέα ύλη μέσα από σε ένα καθορισμένο πλαίσιο, όπως π.χ. οι Πανελλαδικές αλλά και οι εισαγωγικές στα πρότυπα στην Ελλάδα (οι οποίες μπαλταδιάστηκαν). Εάν τέλος η επιλογή γίνεται με γεωγραφικά κριτήρια, θα ενισχύει ανισότητες ανάμεσα στις «καλές» και «κακές» γειτονιές (όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην Αγγλία). 

Η λύση σε αυτό το πρόβλημα, ήταν η εισαγωγή ενος στοχαστικού κριτηρίου, μιας τυχαιότητας: της κλήρωσης! Αν είσαι τυχερός πας στην πρώτη σου επιλογή. Όσο πιό άτυχος είσαι και αργείς να κληρωθείς, τόσο πιό πιθανόν είναι να βρεθείς σε ένα σχολείο χαμηλότερα στην λίστα των επιλογών σου. Η ζωή είναι καμμιά φορά άδικη και οι ατυχίες συχνές ... καλό είναι να το συνηθίζεις από μικρός, ειδικά όταν αυτό σε βοηθάει να καταλάβεις ότι μια ατυχία δεν είναι το τέλος του κόσμου. Αυτή η τυχαιότητα, αποθαρρύνει την εστίαση στην επίδοσης στις εξετάσεις, αλλά και δημιουργεί μια ισότητα στα σχολεία της ίδιας βαθμίδας μοιράζοντας μαθητές σε αυτά. Συγχρόνως διασφαλίζει και την αριστεία, αφενώς γιατί μια «κατηγοριοποίηση» έχει ήδη γίνει, αφετέρου γιατί τα «καλά» σχολεία κάθε κατηγορίας είναι ιδιαίτερα απαιτητικά και πολλοί μαθητές αποφεύγουν απλά να τα επιλέξουν ...

Πως θα μας φαινότανε ένα παρόμοιο «υβριδικό» σύστημα στις Πανελλαδικές; Οι υποψήφιοι π.χ. να δίνουν εξετάσεις, να επιλέγουν έναν πεπερασμένο αριθμό τμημάτων με μια σειρά προτίμησης, αλλά να εισαχθεί η τυχαιότητα στην επιλογή. Ένας μαθητής που έχει 19.800 μόρια να είναι πολύ πιο πιθανόν να εισαχθεί στην Ιατρική Αθηνών από έναν με 18,000 μόρια, αλλά αυτός με 18,498 και 18,507 να έχουνε τις ίδιες πιθανότητες. Γιατί απλά οι μικρές διαφορές είναι έτσι κι αλλιώς τυχαίες, ακόμα και στο καλύτερο εξεταστικό σύστημα. Για την διασφάλιση της αριστείας φυσικά, να μπορούν οι σχολές να καθορίζουν «σχετικές» βάσεις με ποσοστώσεις: π.χ. η Νομική Αθηνών ας απαιτεί ένας μαθητής να είναι «στο καλύτερο 90%» της κατεύθυνσης του. Ένα παρόμοιο υβριδικό σύστημα θα μπορούσε να υπάρξει και στα πολύπαθα πρότυπα και πειραματικά σχολεία.

Τα πλεονεκτήματα θα ήταν πολλά.: μια και η βαθμολογία θα ήτανε λιγότερο σημαντική, θα υπήρχε μια σταδιακή αποσυμπίεση από την πίεση των εξετάσεων, μια ελάττωση της φροντιστηριακής παιδείας, και σταδιακή εστίαση στον επαγγελματικό προσανατολισμό και στην κατάκτηση της ύλης σε βάθος. Επίσης, σταδιακά κάποιες σχολές θα γίνονταν εκ των πραγμάτων προσβάσιμες χωρίς πίεση, και με φοιτητές που πραγματικά τις επιθυμούν. Για τα πρότυπα Γυμνάσια, ένα υβριδικό σύστημα θα σταμάταγε την ισοπέδωση της κλήρωσης, αλλά και την υπερβολική πίεση για επίδοση στις εξετάσεις σε μικρές ηλικίες. Τα μειονεκτήματα λίγα, πέραν από ένα αίσθημα αδικίας σε αυτούς που δεν θα μπαίνουν στην σχολή της αρεσκείας τους – ένα πρόβλημα που θα είναι πιό εύκολο να αντιμετωπιστεί από το άγχος της αποτυχίας «γιά ένα μόριο»: μια και έμεινα έξω απο την Ιατρική για ένα μόνο μόριο το 1987, και βρέθηκα στην δεύτερη επιλογή μου, την Βιολογία, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι το αίσθημα της αδικίας και της απελπισίας του «μα αν μου είχε βάλει 19 αντί για 18 ο δεύτερος εξεταστής στην Βιολογία θα ήμουν γιατρός» είναι πολύ χειρότερο από το αίσθημα της ατυχίας σε μια κλήρωση. 

Προσοχή: μόλις διαβάσατε κάτι που είναι μάλλον απίθανο να συζητηθεί στην εθνική επιτροπή διαλόγου για την παιδεία …