Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

BioRχiv


Το άρθρο αυτό ξεκίνησε από τα Αγγλικά στο Facebook, μια και ως αρκετά εξειδικευμένο, σκέφτηκα ότι αφορούσε περισσότερο τους συναδέλφους μου στην έρευνα, με τους οποίους επικοινωνούμε προφανώς στα Αγγλικά. Σκέφτηκα όμως ότι με λίγες τροποποιήσεις και μια εισαγωγή, θα μπορούσε να έχει και ευρύτερο ενδιαφέρον. Ας μην ξεχνάμε, "τα πάντα είναι πολιτική".

Η επιτυχία στην έρευνα, έρχεται μέσα από τις επιστημονικές δημοσιεύσεις σε αναγνωρισμένα διεθνή περιοδικά. Η δημοσίευση μίας επιστημονικής εργασίας σε αυτά τα περιοδικά προσθέτει κύρος, και αυξάνει τις πιθανότητες να διαβάσουν οι συνάδελφοι σε σχετικούς ερευνητικούς τομείς την εργασία αυτή. Ο δρόμος προς μια τέτοια δημοσίευση είναι όμως δύσκολος,  και η επιτυχής έκβαση της προσπάθειας δεν εξαρτάται μόνον από το περίφημο peer review, την αξιολόγηση από ομότιμους συναδέλφους, που ειρήσθω εν παρόδω έχει και αυτή τα προβλήματα της. Το 95% των δημοσιεύσεων στα "τρία μεγάλα περιοδικά" Nature, Science, Cell (Φύση, Επιστήμη, Κύτταρο, που θα αναφέρω εδώ με τις διεθνείς του ονομασίες) εξαρτάται από την απόφαση επαγγελματιών εκδοτών-συντακτών (editors). Οι εκδότες αυτοί, έχουν επιστημονική εμπειρία σε επίπεδο συνήθως αρκετών χρόνων μεταδιδακτορικής πορείας, αλλά αποφάσισαν ή αναγκάστηκαν να γίνουν εκδότες και να αφήσουν την ενεργή έρευνα. Στα μεγάλα περιοδικά, είναι υπεύθυνοι για να διαλέγουν να στείλουν για λεπτομερή αξιολόγηση μόνον τις καλύτερες εργασίες. Σε γενικές γραμμές, είναι σκληρά εργαζόμενοι, με εξαιρετική επιστημονική κατάρτιση, και ειλικρινή διάθεση για να κάνουν αντικειμενικές κρίσεις. Ο φόρτος εργασίας, η πίεση από κοινωνικές δομές (παλιούς γνωστούς, π.χ.), και άλλοι παράγοντες, κάνουν όμως το έργο τους πολύ δύσκολο, και αυτούς συχνά αντιπαθείς. Η δημοσίευση ένα από αυτά τα περιοδικά, και κάποια άλλα που εξαρτώνται από τον τομέα της έρευνας (π.χ. στην Ιατρική το Lancet και το New England Journal of Medicine) είναι κομβικά σημεία για την ερευνητική επιτυχία ενός επιστήμονα και ενός εργαστηρίου.

Η επιτυχία ενός ερευνητή συνηθίζεται να μετριέται με ορισμένους "αντικειμενικούς" δείκτες αξιολόγησης: ο πρώτος από  αυτούς είναι ο δείκτης επιρροής του περιοδικού - για αυτό και ο ανταγωνισμός για τα καλύτερα περιοδικά που έχουν ιστορικά τους μεγαλύτερους δείκτες επιρροής. Οι δυο επόμενοι πιο κοινοί δείκτες είναι η συχνότητα αναφοράς της εργασίας (που δείχνει την επιρροή της στην βιβλιογραφία και στην μετέπειτα έρευνα) και το λεγόμενο h-index που αξιολογεί την επιρροή ενός ερευνητή μετρώντας την αναφορά όλων των εργασιών του σε βάθος χρόνου. Οι δύο τελευταίοι δείκτες δεν είναι όμως άμεσοι, αλλά παίρνουν λίγα χρόνια (δύο-τρία) μέχρι να μπορούν να μετρηθούν αξιόπιστα. Στην ουσία λοιπόν, το περιοδικό στο οποίο δημοσιεύεις είναι καταλυτικό για την χρηματοδότηση του εργαστηρίου σου και για το εάν θα βρουν δουλειές οι φοιτητές σου - πέραν από την αναγνώριση και το "πρεστίζ".  Τέλος είναι σημαντικό να σημειώσω, ότι τα περιοδικά είναι επιχειρήσεις, και για να διαβάζουμε τις εργασίες που δημοσιεύονται σε αυτά πληρώνουμε μεγάλες συνδρομές. Τα περιοδικά βγάζουν αρκετά χρήματα και από διαφημίσεις, αλλά και από την χρέωση για τις υπηρεσίες τους προς τους συγγραφείς.

Είμαι εδώ και χρόνια οπαδός της ανάγκης αλλαγής σε αυτό το σύστημα δημοσίευσης και αξιολόγησης.  Αλλά από δράση τίποτε. Μια φορά τόλμησα να εμφανιστώ σε μια μεγάλη εκδήλωση με ένα μπλουζάκι "θάφτε τον δείκτη αξιολόγησης" ("Ditch the IF", στην φωτό ο εκκολαπτόμενος επιστήμονας της οικογένειας με παρόμοιο μπλουζάκι) . Ωστόσο, ποτέ δεν τόλμησα μέχρι τώρα να κάνω το μεγάλο βήμα και να δημοσιεύσω στο BioRχiv, μια νέα διαδικτυακή αφιλοκερδή υπηρεσία όπου τα ερευνητικά αποτελέσματα αναρτώνται πριν την αξιολόγηση τους για να είναι ελεύθερα προσβάσιμα σε όλους, και είναι συνέχεια του arXiv.org που είναι καθιερωμένο στα Μαθηματικά και στην Φυσική.

Έχω και πολλές καλές δικαιολογίες για αυτό: δουλεύω σε ένα Ινστιτούτο και μια χώρα που λατρεύουν τους δείκτες αξιολόγησης. Η χρηματοδότηση της έρευνας μου και του ίδιου του Ινστιτούτου, εξαρτάται από τις επιδοτήσεις, και οι επιδοτήσεις εξαρτώνται από τις δημοσιεύσεις στα "μεγάλα" περιοδικά.  Οι μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση των μελών της ομάδας μου εξαρτάται επίσης από τις δημοσιεύσεις στα "μεγάλα" περιοδικά.

Τα τελευταία δύο χρόνια, μαζί με τους συνεργάτες μου, είχαμε την τύχη να έχουμε εξαιρετικές δημοσιεύσεις, με το περιεχόμενο των οποίων δεν θα σας κουράσω, αλλά δημοσιεύτηκαν (ή θα δημοσιευτούν σύντομα) στο Nature, Science και Cell. Όταν η τελευταία εργασία μας ήταν έτοιμη, αρχικά την στείλαμε στο Nature, αλλά απορρίφτηκε χωρίς αξιολόγηση από ομότιμους ερευνητές, με απόφαση του εκδότη, μετά από μερικές εβδομάδες. Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο: 19 στις 20 εργασίες σε αυτά τα περιοδικά απορρίπτονται με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. Αλλά συγκεκριμένα για αυτή την εργασία, αυτό μας εκνεύρισε ιδιαίτερα. Η εργασία μας εξηγεί κάποιες αρχές της κλινικής πρακτικής και ανοίγει τρόπους για νέες μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας, αλλά κυρίως δείχνει έναν νέο εγγενή κυτταρικό μηχανισμό για τον τρόπο αλλαγής συμπεριφοράς των κυττάρων.

Μαζί με τον Wouter, το εβδομήντα χρονών νέο συνεργάτη μου, έναν καταξιωμένο επιστήμονα αλλά και πιανίστα, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την μικρή μας επανάσταση. Η τελευταία δημοσίευση μας (η τελευταία του Wouter ως  "κύριος συγγραφέας" κατά πάσα πιθανότητα) είναι η πρώτη των εργαστηρίων μας στο BioRχiv, χωρίς εκδότες, αξιολόγηση, δείκτες επιρροής.

Οι καλύτερες επαναστάσεις είναι αυτές που αρχίζουν από κάτι μικρό.