Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Νομοθετώντας για την Ανώτατη Παιδεία - Ελεύθερο Πνεύμα


Το τεράστιο πρόβλημα του νέου νόμου για την Ανώτατη Παιδεία, είναι υπερβολικά απλό: αντί να λειτουργήσει συνθετικά, αποφεύγοντας τη χρονοβόρα ένταση που προκάλεσε στα Πανεπιστήμια ο περίφημος πλέον 4009, λειτουργεί ήδη οξύνοντας υπάρχουσες αντιθέσεις, σχεδόν εκδικητικά προς το «νόμο Διαμαντοπούλου». Θέτει δε τους πρώην πολιορκητές ως υπερασπιστές του Υπουργικού κάστρου, «επί των επάλξεων», πρετοιμάζοντας μία νέα ακαδημαϊκή σύρραξη ενάντια στον «όχλο αριστείας» [sic], η οποία μακροπρόθεσμα θα αποδειχθεί εν πολλοίς άνευ ουσίας. Για τη νέα αυτή πόλωση, το Υπουργείο φέρει μέγιστη ευθύνη. Ο Ακαδημαϊκός κόσμος είναι έτοιμος για συναινέσεις, και εάν ο Υπουργός αμφέβαλλε, θα μπορούσε απλά να δει το παράδειγμα της Έρευνας και το έργο του ομόσταβλου του κ. Φωτάκη, που τυγχάνει ευρύτατης αποδοχής και αναγνώρισης.

Η ουσιαστική κριτική, συνοψίζεται στην πρόταση του κ. Μητσοτάκη για αντίθεση στα άρθρα 3 (άσυλο), 15 (πρυτάνεις), και 32-34-36 (μεταπτυχιακά). Ο κ. Μητσοτάκης είναι φιλελεύθερος, ο κ. Γαβρόγλου σοσιαλιστής, και αν συμφωνούσαν σε αυτά, προσωπικά θα με ανησυχούσε. Ο νόμος ψηφίστηκε, και απλά θα χάσουμε 2-3 χρόνια ακόμα να τον αμφισβητούμε. Και περίπου τότε, όπως ο κ. Τσίπρας χρησιμοποιεί το νόμο για να δημιουργήσει έαν «αριστερό άλλοθι» της συγκυβέρνησης με την εθνικοπατριωτική θρησκόληπτη δεξιά, ο κ. Μητσοτάκης όταν εκλεγεί θα αλλάξει πάλι τον νόμο στην κατεύθυνση της δικής του πολιτικής.

Ο νόμος, σε κάποια σημεία θα μπορούσε να δεχτεί ηπιότερη κριτική, σε κάποια άλλα όμως φαίνεται να ρυθμίζει θέματα ουσίας με αποδεκτό τρόπο. Σε άλλα σημεία αστοχεί: χαρακηριστικότερο όλων η πολιτικάντικη επιλογή της εκλογής αντιπρυτάνεων με χωριστό ψηφοδέλτιο, που θα φέρει χάος και ακυβερνησία και θα ευνοήσει τον πολιτικό έλεγχο. Το σύστημα είναι φτιαγμένο ώστε να εκλέγεται πάντα ένας αντιπρύτανης από μια συσπειρωμένη κομματική μειοψηφία και να κωλυσιεργεί συστηματικά τα πάντα.

Για το άσυλο, πιστεύουν αλήθεια στο Υπουργείο Παιδείας, ότι τα πλημμελήματα είναι αποδεκτές δραστηριότητες για τον Πανεπιστημιακό χώρο; Ίσως π.χ. μια απλή επίθεση που δεν προκαλεί μόνιμη βλάβη ή και κακουργήματα που δεν είναι ευθέως κατά της ζωής, όπως η διακίνηση και χρήση ναρκωτικών, να είναι και απαραίτητα συστατικά για την κατοχύρωση των δημοκρατικών αξιών;

Αλήθεια, ποιες είναι αυτές οι δημοκρατικές αξίες στις οποίες συνεχίζει να αναφέρεται το Άρθρο 3; Οι δημοκρατικές αξίες της ψευδεπίγραφης Αριστεράς του κ. Τσίπρα ή αυτές της Εθνολαϊκής Δεξιάς του κ. Καμένου;

Πέραν αυτών,  και παρότι ο νόμος σε αρκετά ακαδημαϊκά (αλλά όχι σε διοικητικά) θέματα είναι ανεκτός, αποτυγχάνει ολοκληρωτικά σε τρία κρίσιμα ακαδημαϊκά σημεία.

1.     Δεν κάνει καμία κίνηση για να ενισχύσει το αυτοδιοίκητο: αντίθετα, τμήματα και σχολές θα καταργούνται πλέον με Προεδρικό Διάταγμα (πολύ δημοκρατικό αυτό αγαπητοί δημοκράτες συνάδελφοι ...),  και τα πάντα (πέραν ίσως του χρώματος του χαρτιού υγείας) ρυθμίζονται ασφυκτικά. Η ρυθμίσεις αυτές είναι γενικόλογες, και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για την  ανάπτυξη εκπαιδευτικών στρατηγικών από κάθε ίδρυμα, και κυρίως δεν λαμβάνουν υπόψιν τις ιδιαιτερότητες ακαδημαϊκών κλάδων. Αποτέλεσμα να μην μπορεί π.χ. ένα τμήμα να επιλέξει την δημιουργία ενός ξενόγλωσσου προπτυχιακού σε ένα σχετικό θέμα, αλλά και να εξισώνονται οι απαιτήσεις για ένα μεταπτυχιακό στην διοίκηση επιχειρήσεων, στην βιοτεχνολογία, και στην κοινωνιολογία.
2.     Δεν διευκολύνει την κινητικότητα φοιτητών και καθηγητών, ανάμεσα σε Τμήματα, Σχολές, αλλά και Ιδρύματα. Ειδικά η αναχρονιστική συνέχιση της αδυναμίας αλλαγής ακαδημαϊκής στόχευσης με πρωτοβουλία του φοιτητή, παρατείνει ένα διαχρονικό όνειδος για τα Ελληνικά Πανεπιστήμια.
3.     Δεν υπάρχει μέριμνα για την προσέλκυση ή τουλάχιστον τον προσεταιρισμό του Ελληνικού επιστημονικού δυναμικού που βρίσκεται εκτός Ελλάδος. Το τέλος των «αντιδημοκρατικών» Συμβουλίων, αποκλείει τους λίγους αιθεροβάμονες που θυσίασαν προσωπικό χρόνο για να κατηγορηθούν σήμερα για συμμετοχή σε «μακαρθικά» όργανα διοίκησης, και δεν προσφέρει ούτε κίνητρα ούτε το νομικό πλαίσιο για συνεργασίες είτε διοικητικές, είτε εκπαιδευτικές, είτε ερευνητικές.

Και κάτι για την πολύπαθη Αριστεία. Η Αριστεία είναι εξαίρεση, η σημαντική και προφανής απόκλιση από τον μέσο όρο. Τα Ελληνικά Πανεπιστήμια δεν είχαν και δεν θα έχουν (λόγω αυτού του νόμου) έλλειμα Αριστείας. Τα Ελληνικά Πανεπιστήμια αποτυγχάνουν τραγικά και διαχρονικά να έχουν αξιόλογο «μέσο επίπεδο». Και αυτό, χωρίς αυτονομία, χωρίς κινητικότητα, και χωρίς διασύνδεση με όλους τους «μετέχοντες της Ελληνικής Παιδείας» δεν θα το επιτύχουν ποτέ.

Θα κλείσω παραφράζοντας την τελευταία παράγραφο ενός αξιόλογου άρθρου απο έναν εξαίρετο και ειλικρινή Πανεπιστημιακό που ανήκει ιδεολογικά στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, του καθ. κ. Σ. Γεωργάτου: «Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η επόμενη ημέρα στο Πανεπιστήμιο θα είναι κάπως καλύτερη από τη σημερινή, ιδίως όταν τα νέα μέτρα αρχίσουν να δίνουν καρπούς. Όμως, να μη έχουμε αυταπάτες: Το μείζον πρόβλημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι η χρόνια υπό-χρηματοδότησή του. Και μέχρι να λυθεί αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να είναι κανείς ιδιαίτερα επιφυλακτικός».



ΥΓ. Αντί να συζητάμε για την κατάργηση των παρελάσεων συζητάμε για την διαδικασία επιλογής σημαιοφόρου – εδώ σταματάει το μυαλό μου αλλά και το μυαλό των περισσότερων αυτοπροσδιοριζόμενων αριστερών φίλων και συναδέλφων.