Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Υπάρχει σχέση ανάμεσα στη χρήση κινητών τηλεφώνων και τους όγκους εγκεφάλου; - jaj.gr


Το παρακάτω άρθρο αποτελεί κυρίως μια περίληψη και προσαρμογή της ανάλυσης της “Αμερικανικής Εταιρίας για τον Καρκίνο” (American Cancer Society, ACS) που βρίσκεται στην αυθεντική του μορφή στον διαδικτυακό χώρο της ACS.


Ο μεγάλος και συνεχώς αυξανόμενος αριθμός χρηστών κινητών τηλεφώνων αλλά και ο χρόνος που ξοδεύουν οι άνθρωποι στα τηλέφωνά τους έχει αυξηθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες.  Όσον αφορά τον καρκίνο, υπάρχει μια ανησυχία εάν τα κινητά τηλέφωνα ενδέχεται να αυξάνουν τον κίνδυνο εγκεφαλικών όγκων ή άλλων όγκων στην περιοχή της κεφαλής και του λαιμού (γλοιώματα, ακουστικά νευρώματα, και άλλα). Η ανησυχία εστιάζεται στα μέρη του σώματος κοντά στο κεφάλι και στον λαιμό, απλά διότι το τηλέφωνο συνήθως κρατιέται στο πλάι του κεφαλιού όταν χρησιμοποιείται: όσο πιο κοντά βρίσκεται η κεραία στο κεφάλι, τόσο μεγαλύτερη είναι η αναμενόμενη έκθεση σε ενέργεια ραδιοσυχνοτήτων. Η έκθεση φυσικά επηρεάζεται και από τον χρόνο χρήσης του τηλεφώνου, την χρήση ηχείων ή ανοιχτής ακρόασης, την απόσταση και την διαδρομή προς τον πλησιέστερο αναμεταδότη, και το μοντέλο του τηλεφώνου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι τα ασύρματα τηλέφωνα σπιτιού λειτουργούν σε περίπου 1/600 την ισχύ των κινητών τηλεφώνων, και άρα οποιαδήποτε ανησυχία πρέπει να είναι αναλογικά χίλιες φορές μικρότερη …


Πριν απαντήσουμε στο κύριο ερώτημα εάν τα κινητά τηλέφωνα προκαλούν καρκίνους, πρέπει να εξετάσουμε τον τρόπο λειτουργίας των κινητών τηλεφώνων. Τα κινητά τηλέφωνα λειτουργούν με την αποστολή και την λήψη σημάτων προς από σταθμούς βάσης, χρησιμοποιώντας ραδιοσυχνότητες (radiofrequencies, RF), μια μορφή ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας που πέφτει ανάμεσα στα ραδιοκύματα (τα κύματα όπου γίνεται η μετάδοση του αστικού ραδιοφώνου, FM) και τα μικροκύματα (που χρησιμοποιούνται στους φούρνους μικροκυμάτων). Τα ραδιοκύματα FM, τα μικροκύματα, το ορατό φως, η θερμότητα, και τα κύματα των RF είναι μορφές μη ιονίζουσας ακτινοβολίας που δεν έχουν αρκετή ενέργεια για να βλάψουν άμεσα το DNA μέσα στα κύτταρα, και να προκαλέσουν καρκίνο. Οι μη ιονίζουσες ακτινοβολίες είναι εντελώς διαφορετικές από τα ιονίζοντα είδη ακτινοβολίας όπως οι ακτίνες Χ, οι ακτίνες γάμμα και το υπεριώδες (UV) φως, που μπορούν να σπάσουν τους χημικούς δεσμούς στο DNA και να προκαλέσουν καρκίνο με βάση γνωστούς και καλά μελετημένους μοριακούς μηχανισμούς. Τα παραπάνω στοιχεία για την φυσικοχημεία των ακτινοβολιών είναι καθολικά αποδεκτά. Οι (λίγοι) επιστήμονες που θεωρούν ότι η μη-ιονίζουσα ακτινοβολία μπορεί και να επηρεάζει τον άνθρωπο, εστιάζονται στην θερμική δράση αυτών των ακτινοβολιών, αυτή άλλωστε είναι η βάση για το πώς λειτουργούν τα φούρνοι μικροκυμάτων: πράγματι, σε πολύ υψηλά επίπεδα, τα κύματα RF μπορούν να θερμάνουν τους ιστούς του σώματος. Αλλά τα επίπεδα ενέργειας που εκπέμπονται από τα κινητά τηλέφωνα είναι πολύ χαμηλότερα και δεν αρκούν για να αυξήσουν τις θερμοκρασίες στο σώμα. Με άλλα λόγια, δεν γνωρίζουμε κάποιον βιοφυσικό μηχανισμό με βάση τον οποίο η ακτινοβολία των κινητών τηλεφώνων μπορεί να επηρεάζει τα ανθρώπινα κύτταρα και ιστούς. Η απουσία της γνώσης ενός μηχανισμού δεν αποκλείει φυσικά να υπάρχει κάποια συσχέτιση της χρήσης των κινητών με την εμφάνιση καρκίνου.


Για αυτό οι ερευνητές χρησιμοποιούν δύο κύριους τύπους μελετών για να προσδιορίσουν εάν τα κινητά τηλέφωνα (ή οποιοσδήποτε άλλος παράγοντας) μπορούν να προκαλέσουν καρκίνο. Ο πρώτος τρόπος είναι οι εργαστηριακές μελέτες, που επιτρέπουν στους ερευνητές να ελέγχουν επιστημονικές υποθέσεις για παράγοντες που πιθανόν έχουν σχέση με την επίδραση των RF, και είναι απαραίτητες για να απαντήσουν σε βασικά επιστημονικά ερωτήματα. Συνήθως οι ερευνητές εκθέτουν κυτταροκαλλιέργειες ή πειραματόζωα σε ενέργεια RF, και παρακολουθούν τυχόν διαφορές με πειράματα ελέγχου: τα αποτελέσματα αυτών των τύπων μελετών δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην ανθρώπινη υγεία. Ο δεύτερος τύπος μελετών είναι αυτές που αφορούν άμεσα με την ανθρώπινη υγεία και εξετάζουν τα ποσοστά καρκίνου σε ομάδες ατόμων με διαφορετική έκθεση στην χρήση των κινητών τηλεφώνων και εξάγουν συμπεράσματα με βάση εξειδικευμένες μεθόδους στατιστικής ανάλυσης. Δεκάδες επιστημονικές μελέτες αυτού του δεύτερου τύπου που αφορούν άμεσα την υγεία μας, έχουν εξετάσει πιθανές συνδέσεις μεταξύ της χρήσης κινητού τηλεφώνου και όγκων, κυρίως του εγκεφάλου. Τι μας έχουν δείξει;


Σε αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς με εγκεφαλικούς όγκους δεν αναφέρουν περισσότερες χρήσεις κινητού τηλεφώνου σε σχέση με υγιή άτομα και δεν τεκμηριώνεται σχέση "δόσης-απόκρισης" (η οποία θα ήταν μια τάση για τον κίνδυνο όγκων του εγκεφάλου να είναι υψηλότερη με την αύξηση της χρήσης κινητού τηλεφώνου). Μελέτες από μια ερευνητική ομάδα στη Σουηδία, έχουν αναφέρει αυξημένο κίνδυνο όγκων στην πλευρά του κεφαλιού όπου κρατήθηκε το κινητό τηλέφωνο, αλλά οι περισσότερες μελέτες άλλων ερευνητών δεν είχαν τα ίδια αποτελέσματα και δεν υπάρχει γενική αύξηση των όγκων στον εγκέφαλο στη Σουηδία κατά τα έτη που αντιστοιχούν σε αυτές τις αναφορές.


Μια από τις σημαντικότερες από αυτές τις μελέτες, είναι η μελέτη INTERPHONE η μεγαλύτερη μελέτη ασθενή-μάρτυρα που έγινε μέχρι σήμερα, και εξέτασε τη χρήση κινητού τηλεφώνου μεταξύ περισσότερων από 5.000 ανθρώπων από 13 χώρες που εμφάνισαν όγκους του εγκεφάλου (γλοιώματα ή μηνιγγιώματα) και παρόμοια ομάδα ατόμων χωρίς όγκους. Συνολικά, η μελέτη δεν βρήκε καμία σχέση μεταξύ του κινδύνου όγκου στον εγκέφαλο και της συχνότητας των κλήσεων, του μεγαλύτερου χρόνου κλήσης ή της χρήσης κινητού τηλεφώνου για 10 ή περισσότερα χρόνια. Ένα άλλο μέρος της ίδιας μελέτης συνέκρινε περισσότερους από 1.000 ανθρώπους με ακουστικά νευρώματα σε περισσότερους από 2.000 ανθρώπους χωρίς όγκους, όπου επίσης δεν υπήρχε γενική σχέση μεταξύ της χρήσης του κινητού τηλεφώνου και των ακουστικών νευρωμάτων. Μια άλλη μεγάλη, μακροχρόνια μελέτη συνέκρινε όλους τους ανθρώπους στη Δανία που είχαν συνδρομή κινητού τηλεφώνου μεταξύ 1982 και 1995 (περίπου 400.000 άτομα) με εκείνους χωρίς συνδρομή, για να αναζητηθεί πιθανή αύξηση των εγκεφαλικών όγκων: αυτή η μελέτη έχει μεθοδολογικά προτερήματα (δεν στηρίζεται σε αναμνήσεις ανθρώπων) αλλά και μεθοδολογικά προβλήματα (δεν μέτρησε πόσο συχνά αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τα τηλέφωνά τους, ενώ τα κινητά τηλέφωνα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της μελέτης τείνουν να απαιτούν περισσότερη ισχύ από τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα). Και αυτή η μελέτη έδειξε ότι η χρήση κινητού τηλεφώνου, ακόμη και για περισσότερα από 13 χρόνια, δεν συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικών όγκων, όγκων σιελογόνων αδένων ή καρκίνου συνολικά ούτε υπήρχε σύνδεση με οποιοδήποτε υπότυπους όγκου toy εγκεφάλου ή με όγκους σε οποιαδήποτε θέση εντός του εγκεφάλου. Τέλος, μια  μεγάλη προοπτική μελέτη σε περίπου 800.000 γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο εξέτασε τον κίνδυνο εμφάνισης όγκων στον εγκέφαλο σε μια περίοδο 7 ετών σε σχέση με την αυτο-αναφερόμενη χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την έναρξη της μελέτης. Και αυτή η μελέτη δεν βρήκε καμία σχέση μεταξύ της χρήσης κινητού τηλεφώνου και των όγκων του εγκεφάλου συνολικά ή μερικών κοινών υποτύπων όγκου του εγκεφάλου, αλλά βρήκε πιθανή σχέση μεταξύ της χρήσης μακροχρόνιων κινητών τηλεφώνων και των (καλοήθων, μη καρκινικών) ακουστικών νευρωμάτων.


Όλες οι μελέτες που έγιναν μέχρι τώρα έχουν περιορισμούς που είναι σημαντικό να αναφερθούν: α) οι μελέτες δεν έχουν ακόμα μπορέσει να ακολουθήσουν τους ανθρώπους για πολύ μεγάλες χρονικές περιόδους β) οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα πολύ περισσότερο από ό, τι ήταν πριν από 10 χρόνια γ) τα σύγχρονα τηλέφωνα είναι πολύ διαφορετικά από το παρελθόν και γενικά χρειάζονται λιγότερη ενέργεια για την λήψη σήματος δ) οι περισσότερες μελέτες έχουν επικεντρωθεί σε ενήλικες και όχι σε παιδιά και ε) η μέτρηση της χρήσης κινητού τηλεφώνου βασίζεται συχνά στις αναμνήσεις των ανθρώπων, και τα άτομα με καρκίνο  μπορεί ακόμη και υποσυνείδητα να θυμούνται την χρήση του τηλεφώνου τους διαφορετικά από ό, τι τα άτομα χωρίς καρκίνο. Είναι σημαντικό να συνεχιστεί η έρευνα για τον πιθανό κίνδυνο έκθεσης κινητού τηλεφώνου χρησιμοποιώντας ισχυρές μεθόδους μελέτης, ειδικά όσον αφορά τη χρήση από παιδιά και τη μακροπρόθεσμη χρήση.


Το συμπέρασμα που συγκλίνουν οι περισσότεροι αρμόδιοι Εθνικοί και Διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με το θέμα, π.χ. η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC), το Εθνικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών Επιστημών Υγείας (NIEHS) και το Εθνικό Ινστιτούτο για τον Καρκίνο των Η.Π.Α, αλλά και η θέση της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές μελέτες και την γνώμη εμπειρογνωμόνων, είναι ότι τα αποδεικτικά στοιχεία για έναν πιθανό σύνδεσμο της χρήσης κινητών τηλεφώνων με τον καρκίνο είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Άρα δεν στοιχειοθετείται η λήψη μέτρων ή ανησυχίας,  αν και συνίσταται περισσότερη έρευνα για να εξεταστούν πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.


Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι τα άτομα που χρησιμοποιούν κινητά τηλέφωνα κατά την οδήγηση είναι πολύ πιο πιθανό να βρίσκονται σε αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Επιπλέον, δεν είναι σαφές εάν τα hands-free τηλέφωνα είναι ασφαλέστερα από τα φορητά τηλέφωνα όταν πρόκειται για οδήγηση. Εάν λοιπόν θέλετε να προφυλάξετε την υγεία σας από την χρήση των κινητών τηλεφώνων μην τα χρησιμοποιείτε κατά την διάρκεια της οδήγησης.