Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Χρονικό μια προαναγγελθείσης αποτυχίας


Η συλλογή ασθενειών που επιμένουμε στην καλύτερη περίπτωση να ονομάζουμε "καρκίνο" - γιατί και αυτό ακόμα, στην Ελλάδα τουλάχιστον το αποφεύγουμε συστηματικά - προσβάλλει έναν ανησυχητικό αριθμό ανθρώπων, καθιστώντας την πρωτοπόρο αιτία θανάτου παγκοσμίως. Υπάρχει μια τεράστια ανάγκη να αναπτυχθούν νέες γνώσεις και μέθοδοι για να ξεπεραστούν αυτές οι ασθένειες. Το Oncode Institute είναι μια προσπάθεια της Ολλανδίας να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο "εικονικό" ινστιτούτο αφιερωμένο στην κατανόηση του καρκίνου και στην αποτελεσματικότερη μετάφραση της έρευνας στην πράξη. Οι ερευνητές μένουν στο εργαστήριο τους, αλλά γίνονται μέλη και στο Oncode, που τους βοηθά στην καλύτερη επικοινωνία μεταξύ τους, αλλά και στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων - στην μετάφραση από το εργαστήριο στην κλινική πρακτική.  Και το κυνικά σημαντικό , το Oncode παρέχει εξαιρετικούς επιπλέον ερευνητικούς πόρους για μεγάλο χρονικό διάστημα, "βοηθώντας καταξιωμένους επιστήμονες και κορυφαία ταλέντα να ερευνούν και να συναντιούνται υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες".
Πριν λίγους μήνες, το Oncode κατηγορήθηκε από μια νεαρή δημοσιoγράφο, πως η διοικούσα επιτροπή είναι ένα "κλαμπ υπέργηρων καθηγητών" που έβαλαν στο Ινστιτούτο απλά φίλους τους. Όλα αυτά ήταν εν μέρη αληθινά, με την απαραίτητη δόση δημοσιογραφικής υπερβολής. Οι "υπέργηροι" ήταν ανάμεσα στα "εξηνταφεύγα και εβδομηνταλίγα", δεν τους έλεγες και υπέργηρους δηλαδή. Όλοι άνδρες "φυσικά".  Οι φίλοι τους επίσης, δεν ήταν καθόλου κακοί επιστήμονες, μάλλον το αντίθετο, η πλειοψηφία τους ήταν αντικειμενικά εξαιρετικοί επιστήμονες. Αλλά άλλοι εξίσου καλοί έμειναν απέξω, όπως ο υποφαινόμενος που ως αντικοινωνικό άτομο δεν έχει φίλους. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα, όταν ο μικρότερος της "υπέργηρης" παρέας, διάσημος και εξαιρετικός επιστήμονας που έχει διατελέσει πρόεδρος της Ολλανδικής Βασιλικής Ακαδημίας και είναι η μεγάλη ελπίδα της Ολλανδίας για Νόμπελ στις Βιοεπιστήμες, βγήκε στην τηλεόραση να υπερασπιστεί την κατάσταση. Τα έκανε χειρότερα, ειδικά στο θέμα της ισορροπίας φύλων. Η πραγματικότητα (ελάχιστες γυναίκες υπήρχαν στην αρχική ομάδα) μαζί με μια ατυχή διατύπωση, δημιούργησαν τις χειρότερες δυνατές εντυπώσεις.

Η εικόνα που πέρασε ήταν σαφής: το μαγαζί ήταν κλαμπ. Και αυτό δεν ήταν ανεχτό από τους χρηματοδότες. Την Ολλανδική κυβέρνηση, δηλαδή τους φορολογούμενους.

Η διεύθυνση της έρευνας πέρασε σε ένα ελπιδοφόρο 46άρη, η διοικούσα επιτροπή ερευνών απέκτησε πέντε νέα μέλη με ηλικίες από 42-55, εκ των οποίων οι δύο γυναίκες, και γενικά υπήρξε μια ευρεία διοικητική αναδιάρθρωση με σκοπό την λογοδοσία και την διαφάνεια. Αμέσως άνοιξαν στο Oncode θέσεις αποκλειστικά για νέες γυναίκες, θέσεις για νέους ερευνητές και θέσεις για ώριμους ερευνητές.

Καθότι η λύση του Καταλανού φίλου μου του Τζόρντι που πρόσφατα μας ενημέρωσε ότι από εδώ και εμπρός πρέπει να τον φωνάζουμε  Τζούλια (το email παρέμεινε ως j.xyz@...) δεν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση μου, και νέο ερευνητή όπως και να το κάνουμε δεν με λες, έμεινε η επιλογή του ώριμου. 

Η ολιγοσέλιδη αίτηση (24 σελίδες, μαζί με βιογραφικό, βιβλιογραφία, συνεργασίες, ερευνητική κατεύθυνση, τα πάντα) έγινε στις 30 Οκτωβρίου. Υποβλήθηκαν 89 αιτήσεις για 6-8 θέσεις τελικά. Στην Α' φάση μια επιτροπή με 8 άτομα (5 από μέσα και 3 από έξω) αξιολόγησε τις 89 προτάσεις. Κάθε μέλος της επιτροπής πήρε περίπου 40 προτάσεις, και είχε να επιλέξει τις δέκα καλύτερες. Κάθε πρόταση πήγε σε τέσσερα μέλη που έκαναν σχόλια δέκα-δεκαπέντε γραμμών. Στις 20 Οκτωβρίου συνολικά 45 προτάσεις με τρεις ή τέσσερις "επιλογές", προκρίθηκαν στην 2η φάση. Μια νέα επιτροπή (με ορισμένα κοινά μέλη με την προηγούμενη) τις αξιολόγησε συνολικά και στις 22 Δεκεμβρίου επέλεξε 11 προτάσεις για τις προσωπικές συνεντεύξεις που έγιναν στις 14 Ιανουαρίου. Οι συνεντεύξεις έγιναν από μια επιτροπή στην οποία συμμετείχαν και τρεις εξωτερικοί σύμβουλοι. Παρουσίαση 5 (πέντε!) λεπτών και συζήτηση 20 λεπτών. Και μετά αναμονή μέχρις τις 28 Ιανουαρίου. Σήμερα. Μας ενημέρωσαν την Παρασκευή το απόγευμα (καλό σας Σαββατοκύριακο...)  ότι το τηλέφωνο από τον γενικό διευθυντή θα γίνει την Δευτέρα ανάμεσα στις 9:30 και 11:00 - την ώρα δηλαδή που αποφάσισα να γράψω αυτό το κείμενο. Τώρα είναι 9:46.

Την αρχική αίτηση την έκανα χωρίς πολλές ελπίδες, από εγωισμό κυρίως αλλά και από ένστικτο επιβίωσης. Μια και 17 από τους 35 συναδέλφους στο ΝΚΙ είναι ήδη στο Oncode, το να μείνεις απέξω δημιουργεί σαφώς λιγότερες ευκαιρίες σε πολλά θέματα. Το θεώρησα φυσιολογικό να βρεθώ στις 45 πρώτες επιλογές από τους 89, αλλά η πρόκριση στους 11 ήταν μια ευχάριστη έκπληξη μια και αυτή ήταν η φάση της ρουλέτας. Πολλοί εξαίρετοι συνάδελφοι έμειναν απέξω σε αυτή την φάση, με κριτήρια που ήταν και "πολιτικά", π.χ. επειδή το θέμα της έρευνας τους δεν έφερνε κάτι καινούριο στο Oncode. Μια και η Δομική Βιολογία είχε μόνον έναν αντιπρόσωπο στο Oncode, και κανένας άλλος δεν είχε εμπειρία στην ανάπτυξη φαρμάκων βασισμένων στην μελέτη της δομής των αλληλεπιδράσεων μικρομοριακών αναστολέων με τον μακρομοριακό στόχο, το έσωσα. Αν είχα "κοπεί" θα είχα στενοχωρηθεί αλλά δεν θα είχα να πω και πολλά. Αλλά μετά από συνέντευξη και όταν πλέον είμαι στο 50-50 η αρνητική απόφαση ... ε, δεν είναι ευπρόσδεκτη.

9:55.

10:28.

Το τηλέφωνο χτύπησε στις 10:51. Τρία λεπτά, σύντομο.

Τα απαισιόδοξα προγνωστικά συχνά ανατρέπονται, αγαπητοί.

Να διαβάζετε μέχρι το τέλος. Όχι από το εξώφυλλο του. Και ποτέ να μην κρίνετε ένα κείμενο από τον τίτλο του.

Να έχετε υπομονή, και να μην ξεχνάτε και ότι τα πάντα είναι πολιτική. Διότι τα προγνωστικά ανατρέπονται ακόμα και στις εκλογές.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Στον απόηχο του Μακεδονικού


Μέσα στις αψιμαχίες ανάμεσα στους μακεδονολάτρες και τους μακεδονοκλάστες, η είδηση για τον θάνατο του Σαράντου Καργάκου, θα είχε περάσει σχεδόν απαρατήρητη, αν δεν την είχε μνημονεύσει ο Άδωνις στην Βουλή, στην ίδια πρόταση μάλιστα με την είδηση του πολύ πιο άκαιρου θανάτου του Θέμου Αναστασιάδη, της πάλε ποτέ αγαπημένης μου Μαύρης Τρύπας του οπισθόφυλλου τη Ελευθεροτυπίας.

Τον Καργάκο τον γνώρισα ως καθηγητή Έκθεσης, στο φροντιστήριο για τις Πανελλαδικές του 1987. Μετά από έναν μήνα καλοκαιρινών φροντιστηρίων στον Ηράκλειτο στο κέντρο της Αθήνας, αρνήθηκα κατηγορηματικά να πάω φροντιστήριο κατά την διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Η μάνα μου αρχικά με έπεισε να κάνω ιδιαίτερα με έναν γείτονα καθηγητή Πανεπιστημίου, ο οποίος άντεξε στον πόλεμο νεύρων που του έκανα επί τρεις μόνο εβδομάδες πριν εξηγήσει στην μάνα μου ότι δεν χρειάζομαι φροντιστή αλλά ψυχολόγο. Ξέμπλεξα λοιπόν, και συμβιβάστηκα με την εβδομαδιαία παρουσία μια ώρας ενός Χημικού στο σπίτι (δεν μπορώ να θυμηθώ με τίποτε το όνομα του, αν και τον εκτιμούσα ιδιαίτερα, κυρίως διότι μου δάνειζε δίσκους όπερας και έκανε ειλικρινή προσπάθεια να μου εξηγήσει Χημεία αγνοώντας το βιβλίο "διάβασε το μόνος σου, εύκολο είναι"). Βιολογία διάβαζα φυσικά μόνος μου, και τις απορίες που είχα (μάλλον σπάνια) στην Φυσική μου τις έλυνε ο πατέρας δυο φίλων μου από την γειτονιά, ένας υπέροχος άνθρωπος, καθηγητής στο Πολυτεχνείο. Έμενε η Έκθεση. Μια και ο καθηγητής μας στο Κολέγιο στην 3η Λυκείου ήταν κατά την γνώμη μου τραγικός - μας μάθαινε απλά βαρύγδουπες κατά την γνώμη του λέξεις που "θα μας βοηθούσαν να πάρουμε βαθμό", και επέμενε εμμονικά να διαβάζουμε Παπανούτσο -  δέχτηκα την πρόταση μια φίλης της μητέρας μου να πάω για φροντιστήριο σε έναν "εξαιρετικό και διάσημο φιλόλογο που κάνει φροντιστήρια σε μικρά τμήματα στο Μαρούσι".

Ο Καργάκος μας δέχτηκε στο γραφείο του, μαζί με την μάνα μου. Μόλις όμως του είπαμε ότι είμαι στην 3η και όχι στην 2α Λυκείου (ήταν περίπου Χριστούγεννα ήδη) ήταν αρνητικός, θεώρησε ότι δεν υπήρχε χρόνος με μάθει κάτι. Με τα πολλά η μάνα μου τον έπεισε να μου δώσει μια ευκαιρία. Μου έδωσε λοιπόν μια κόλλα αναφοράς, και μου ζήτησε να γράψω μια έκθεση σε μια ώρα. Δεν θυμάμαι το θέμα καθόλου, αλλά θυμάμαι ότι το είχα βρει ενδιαφέρον. Τέλειωσα σε μισή ώρα και του έδωσα το γραπτό μου. Σε πέντε λεπτά με κάλεσε στο γραφείο του. Προσπάθησε κάτι σαν χαμόγελο. "Γράφεις όμορφα". Σοβαρεύτηκε ξανά. "Αλλά θα μου υποσχεθείς δύο πράγματα: θα γράφεις αυτά που ξέρεις ότι θέλουν να διαβάσουν οι εξεταστές. Όχι αυτά που θες να πεις εσύ. Αυτά που θες να πεις εσύ, έχεις χρόνια μπροστά σου να τα πεις. Α, και θα γράφεις την έκθεση δυο φορές. Την δεύτερη με ωραία γράμματα." Συμφώνησα. Για την ιστορία, πήρα ένα άνετο 18 στην Έκθεση αποφεύγοντας επιμελώς να γράψω τις προσωπικές μου σκέψεις για τα δύο αγάλματα του Μακρυγιάννη, την σημασία της στάσης του, και κυρίως απέφυγα να συνδέσω όλα αυτά με την τότε επικαιρότητα όπως επίτασσε η εκφώνηση του θέματος. Θεός σχωρέστον τον άνθρωπο, του χρωστάω.

Πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια για να αρχίσω να γράφω αυτά που θέλω να πω εγώ.

Για το Μακεδονικό, αισθάνθηκα ότι δεν έχω να πω τίποτε. Οι γνώσεις μου για το θέμα του Μακεδονικού αλλά και για τις διεθνείς σχέσεις γενικά, δεν μου επιτρέπουν να εκφράσω τεκμηριωμένη άποψη. Ως πολίτης φυσικά, από το 1990 και μετά παραμένω έκπληκτος με ατά που έχουν συμβεί. Ιδίως με την στάση του ολίγιστου Σαμαρά, που θεωρώ ότι συνέβαλε αποφασιστικά στην καταστροφή της χώρας. Η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη - που ήταν από τις ελάχιστες της μεταπολίτευσης που ήταν διατεθειμένη να δείξει μια στοιχειώδη σοβαρότητα στο να τακτοποιήσει χρόνιες δυσπραγίες του Ελληνικού κράτους - μας πήγε δεκαετίες πίσω. Πέραν αυτού όμως, μέσα από συζητήσεις με φίλους από την πρώην Γιουγκοσλαβία και από αποσπασματικά διαβάσματα όπως τα βιβλία της Ζυράννας Ζατέλη, αλλά κυρίως του εξαιρετικού "The Balkans" του  Misha Glenny, είχα σχηματίσει άποψη εδώ και καιρό. Η συμφωνία των Πρεσπών θεώρησα ότι είναι ατελής μεν αλλά η καλύτερη λύση. Δεν έγραψα τίποτε για το θέμα - πέραν από συζητήσεις (τρολάρισμα) στο Facebook. Χαίρομαι που συνυπέγραψα φυσικά το κείμενο που προέκυψε από την ημερίδα που οργάνωσε το Ποτάμι στην αρχή της εβδομάδας.

Και κάπως έτσι η ζωή συνεχίζεται. Μέσα σε όλα, χάσαμε και την κοινοβουλευτική ομάδα του Ποταμιού. Το Ποτάμι όμως καθάρισε, μείναμε αυτοί που είμαστε Ποτάμι. Και θα προσπαθήσουμε να κερδίσουμε ένα στοίχημα που οι περισσότεροι που ακόμα με διαβάζετε θεωρείτε χαμένο.