Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2019

Η "μεταδευτεροβάθμια" εκπαίδευση στην Ελλάδα


Η αφορμή για αυτό το άρθρο, ήταν το καλύτερο άρθρο που έχω διαβάσει ποτέ για τις Πανελλαδικές εξετάσεις, το οποίο με στενοχωρεί που είναι ανυπόγραφο, μιας και θα ήθελα να συγχαρώ τον συντάκτη του. Θα σας συνιστούσα να το διαβάσετε εδώ.

Για τους λιγότερο μελετηρούς αναγνώστες παραθέτω ορισμένα εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία.

"Κανένας μαθητής δεν μπαίνει με βαθμολογία «κάτω από τη βάση», γενικά. Όλες οι μαθήτριες και οι μαθητές που εισάγονται έχουν απολυτήριο Γενικού Λυκείου ή ΕΠΑΛ. Άρα δεν είναι «κάτω από τη βάση». Έχουν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, έχουν τουλάχιστον 12 χρόνια στο εκπαιδευτικό σύστημα και έχουν δώσει αρκετές εξετάσεις."

"[...] οι εξετάσεις αυτές δεν κρίνουν εάν ένας υποψήφιος φοιτητής κατέχει το αναγκαίο επίπεδο μίνιμουμ γνώσεων για να μπορέσει να ανταπεξέλθει, αλλά απλώς επιτρέπουν να διαμορφώνονται μια ιεραρχία για την κατάταξη[...]"

"[...] στα μαθηματικά είχαμε βαθμολογία κάτω από τη βάση σε ποσοστό 69,63% το 2018 και 61,03% το 2019, στη βιολογία 61,39% το 2018 και 64,99 το 2019, στην ιστορία 46,21 το 2018 και 47,2 το 2019 ή όταν στη Χημεία εκτινάσσεται το ποσοστό γραπτών κάτω από τη βάση από 26,25% το 2018 σε 42,12% φέτος [...]φέτος το 32,8% των μαθητών του πεδίου των ανθρωπιστικών σπουδών έγραψε έως 10.000 μόρια, το 43,79% των θετικών επιστημών, το 47.15% των επιστημών υγείας και το 53,18% των οικονομικών και πληροφορικής."

"[...] είχαμε 103.963 υποψηφίους εκ των οποίων πέρασαν οι 80.696, ένα ποσοστό 77, 62%  [...] βλέπουμε  ότι στην πραγματικότητα είμαστε σε ποσοστά ακόμη κάτω από το 80% που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για τη συμμετοχή σε κάποιου τύπου μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση."

"[...]έχουμε καταφέρει να έχουμε ένα σύστημα που ταλαιπωρεί τους μαθητές, «στεγνώνει» τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τελικά δεν υλοποιεί καν το σκοπό του, δηλαδή μια ορθολογική κατανομή των υποψηφίων στα τμήματα."


Ας σταματήσουμε λοιπόν τα πυροτεχνήματα για τις βάσεις, και ας συζητήσουμε στα σοβαρά ποια Πανεπιστημιακά τμήματα είναι απαραίτητα για την οικονομία μας, τον πολιτισμό μας, την κοινωνία μας, την επιστήμη. Ας δούμε μετά πόσους μπορούν αυτά τα τμήματα να εκπαιδεύσουν και πόσους χρειάζεται να εκπαιδεύσουν. Και ας επικεντρωθούμε στην ενίσχυση αυτών των τμημάτων σε υποδομές αλλά και σε ανθρώπινο δυναμικό (με παράλληλες μετακινήσεις των εργαζομένων στα τμήματα που οφείλουν να κλείσουν και με νέες προσλήψεις) .

Ας θυμίσω εδώ ότι στα πλαίσια της "μεταδευτεροβάθμιας"  εκπαίδευσης στο Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων που εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και ισχύει σε γενικές γραμμές στην Ευρώπη, έχουμε τα πτυχία από τα Πανεπιστήμια (με δεδομένη την "Πανεπιστημιοποίηση" των ΑΤΕΙ) στο επίπεδο 6, αλλά και τις επαγγελματικές ειδικότητες στο επίπεδο 5.

Η αναγκαία μείωση των φοιτητών στο επίπεδο 6 (σε επίπεδα που πρέπει να είναι στο 50-70% των σημερινών εισακτέων) είναι απαραίτητο να συνοδευθεί από προβλέψεις για την διοχέτευση των "υπεράριθμων" προς τον επίπεδο 5, όπου υπάρχουν τεράστιες ανάγκες αλλά και εξαιρετικές προοπτικές επαγγελματικής και κοινωνικής ανέλιξης.

Οφείλουμε να δούμε τα διετή προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, που ο νέος νόμος προβλέπει ότι μπορούν να ιδρυθούν μέσα στα Πανεπιστήμια. Η κ. Κεραμέως ανέστειλε την λειτουργία 67 διετών προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης, που είχαν εκπονηθεί από 11 πανεπιστήμια. Η καλοπροαίρετη κριτική θα έλεγε ότι αυτό έγινε για την ανάγκη ελέγχου και εξορθολογισμού τους, ενώ η κακοπροαίρετη θα συμπέραινε ότι αυτό είναι απλά προς όφελος των ιδιωτικών ΙΕΚ. Εγώ δέχομαι και ότι υπάρχει ανάγκη ελέγχου και εξορθολογισμού, αλλά και θέση για τον ιδιωτικό τομέα για την απόκτηση επαγγελματικών προσόντων επιπέδου 5.

Συμπεραίνω λοιπόν, πως οποιαδήποτε κίνηση προς τον εξορθολογισμό της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, πρέπει να περάσει από δύο στάδια με την παρακάτω σειρά.

1. Εκπόνηση ενός Εθνικού Σχεδίου για την δομή και την ενίσχυση της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (επίπεδο 5) με συνέργεια του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα, που να συμπεριλαμβάνει προβλέψεις για την μετάβαση σε ανώτερο επίπεδο για όσους έχουν τις δυνατότητες και το επιθυμούν.

2. Δραστικός περιορισμός των εισακτέων στα Πανεπιστήμια (επίπεδο 6) με ορθολογικό τρόπο και με ταυτόχρονη αναμόρφωση του Πανεπιστημιακού χάρτη της χώρας.

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

Η βάση, τα βασικά, οι εξετάσεις, και οι διαγωνισμοί.


Όπως κάθε σχεδόν χρονιά μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ (Πανεπιστήμια και ΑΤΕΙ μέχρι πέρσι, Πανεπιστήμια από φέτος), είχαμε πρώτα τους θρήνους για τους εισαχθέντες με βαθμούς κάτω από την βάση, και σύντομα θα έχουμε τους διθύραμβους για τους "πρώτους των πρώτων" και τους "αρίστους" (οι οποίοι θα μάθουμε ότι γενικά δεν διάβαζαν πολύ, είχαν τις παρέες τους, και απλά "είχαν πρόγραμμα"). Ευτυχώς, ενώ για τους επιτυχόντες έχουμε πάντα φωτογραφίες, και καλά κάνουμε διότι είναι θετικά παραδείγματα, για τους αποτυχόντες τουλάχιστον τηρούμε την ανωνυμία και δεν τους κρεμάμε στα μανταλάκια για "τεντιμπόηδες" (υποθέτων ότι ο όρος "τεντιγκέρλισσες" είναι αδόκιμος, οπότε συγχωρέστε με για την σεξιστική γραφή ...).

Φέτος τα πρωτοσέλιδα την αποτυχίας έγιναν πιο εμφανή, μια και όπως και να το κάνουμε άλλο να λες ότι "μπήκε με άσο στα Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο" και άλλο "μπήκε με άσο στα Μαθηματικά σε ΤΕΙ".

Και φυσικά, πολλοί έχουν έτοιμη την εύκολη λύση: βάση εισαγωγής το 10 στα 20!

Γιατί το 10; Είναι άραγε αρκετό να ξέρεις τα μισά από όσα σου ζητήθηκαν σε κάποιες εξετάσεις για να θεωρηθούν οι γνώσεις σου επαρκείς;

Είναι οι Πανελλαδικές εξετάσεις που προσδιορίζουν τις γνώσεις σου σε ένα γνωστικό αντικείμενο;

Όχι. Οι Πανελλαδικές δεν είναι εξετάσεις.

Οι Πανελλαδικές είναι  διαγωνισμός για την κατάληψη ενός πεπερασμένου αριθμού θέσεων σε Πανεπιστημιακά τμήματα.

Για αυτόν τον λόγο και μόνο, η ύπαρξη "βάσης" είναι άτοπη. Το νόημα των Πανελλαδικών εξετάσεων δεν είναι να εξετάσουμε το επίπεδο γνώσεων των υποψηφίων και να αποφασίσουμε εάν αυτό είναι αρκετό για κάτι, αλλά να τους διαχωρίσουμε ανάλογα με τις γνώσεις τους σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα. Το ίδιο το σύστημα μας το αναγνωρίζει αυτό, μια και απαιτεί ενδοσχολικές εξετάσεις για την πιστοποίηση της ικανοποιητικής γνώσης της διδακτέας ύλης ώστε οι μαθητές να πάρουν το Απολυτήριο Λυκείου.

Η (επαναφορά) της βάσης του 10, δεν λύνει κανένα πρόβλημα: το βάζει κάτω από το χαλάκι.

Λύσεις υπάρχουν:

1. Βαθμολογία σε εκατοστημόρια: η κοινοποίηση της συνολικής βαθμολογίας ανά πεδίο να γίνεται σε σχετική κλίμακα, 98% σημαίνει ότι είσαι καλύτερος από το 98%. 50% ότι είσαι στην μέση. 0% ... αν δεν καταλαβαίνει κάποιος τι σημαίνει, καλώς βρίσκεται στο 0%. Είναι και αυτό ένα μάθημα.

2. Ο αριθμός των φοιτητών να ορίζεται από τα τμήματα, με βάση τον αριθμό των φοιτητών που μπορούν να εκπαιδεύσουν, και όχι από το υπουργείο. Αυτό από μόνο του θα ανέβαζε την ελάχιστη βαθμολογία, με αντικειμενικό και όχι αυθαίρετο τρόπο.

3. Να επιτραπεί σε όσα τμήματα θέλουν, να ορίσουν ελάχιστο απόλυτο βαθμό απολυτηρίου, σε ένα το πολύ μάθημα , εφόσον το θεωρούν απαραίτητο (γιατί Μαθηματικός με 5 Μαθηματικά, δεν θα γίνεις βρε αδερφέ, κάνε κάτι άλλο). Γράφω απολυτηρίου, γιατί εκεί οφείλει να γίνεται η εξέταση του συνόλου των γνώσεων των μαθητών: Εθνικό Απολυτήριο τώρα, με τράπεζα θεμάτων.

Και κυρίως αλλαγή νοοτροπίας με σοβαρές αλλαγές στην Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αλλά αυτό είναι άλλο άρθρο.




Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Τρία απλά μέτρα που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την διδασκαλία και έρευνα στα Πανεπιστήμια


Σε μια διαδικτυακή συζήτηση, ζήτησα από ένα φίλο που είχε κάνει μια ενδιαφέρουσα ανάλυση και προτάσεις για τον χώρο της Υγείας στην Ελλάδα, να προσπαθήσει να εξειδικεύσει το γενικό πλαίσιο σε λίγα απλά και πρακτικά μέτρα που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την υφιστάμενη κατάσταση. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι τι θα έκανα για να βελτιώσω ουσιαστικά και όχι επικοινωνιακά,  την ποιότητα της διδασκαλίας και της έρευνας στα Πανεπιστήμια, ένα τομέα για τον οποίο πιστεύω ότι έστω και από μακριά έχω λόγο γνώσεως.



1. Θα ζητούσα από όλα τα τμήματα να καθορίσουν τον μέγιστο αριθμό εισακτέων που επιθυμούν για το νέο έτος, συντελεστές για τα μαθήματα των Πανελλαδικών (δηλαδή να μην έχουν όλα τα μαθήματα τον ίδιο συντελεστή όπως σήμερα, 1, αλλά να μπορεί π.χ. το τμήμα των Μαθηματικών να έχει συντελεστή για τα μαθηματικά 2) και προαιρετικά βάσεις για τα μαθήματα στα οποία το θεωρούν απαραίτητο. Αυτό θα βελτίωνε άμεσα την ποιότητα της διδασκαλίας στα τμήματα, αλλά και θα χρησίμευε και ως επαγγελματικός προσανατολισμός, μια και τα παιδιά θα έβλεπαν ποιες ακαδημαϊκές δεξιότητες θεωρούν σημαντικές τα τμήματα που θα επιλέξουν.

2. Σήμερα στην Ελλάδα, όλα τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο (πλην π.χ. πρακτικών εξασκήσεων, κλινικών μαθημάτων στην Ιατρική, διπλωματικών), διδάσκονται με την λογική της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης: τόσες ώρες ανά εβδομάδα μαθηματικά, τόσες ώρες φυσική, τόσες ώρες βιολογία. Για πολλά μαθήματα η λογική αυτή δεν είναι αποδοτική σε Πανεπιστημιακό επίπεδο: είναι καλύτερο για τον φοιτητή να διδάσκεται και να μελετά π.χ. επί 3-4 εβδομάδες μόνο ένα ή δύο μαθήματα πολλές ώρες την ημέρα ώστε να συγκεντρωθεί σε αυτά, μετά άλλες 3-4 εβδομάδες άλλα δύο μαθήματα, και τα λοιπά, συχνά δε ακολουθούμενα από άμεσες εξετάσεις. Αυτό θα βοηθούσε τους φοιτητές να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι πλέον στο Λύκειο, να συγκεντρωθούν σε εξειδικευμένα θέματα ειδικά στα τελευταία έτη σπουδών, αλλά και να καταλάβουν καλύτερα τις προτιμήσεις τους. Για τους τακτικούς διδάσκοντες, στην ουσία θα ελευθέρωνε χρόνο έρευνας και κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγούσε σε καλύτερη ποιότητα διδασκαλίας (θα τους επέτρεπε να έχουν διακριτές "εβδομάδες διδασκαλίας" και "εβδομάδες έρευνας"), ενώ οι έκτακτοι διδάσκοντες ("407") θα μπορούσαν να οργανώσουν τον χρόνο τους σε σχέση και με άλλες ασχολίες πιο αποδοτικά. Το μέτρο δεν θα έλυνε όλα τα προβλήματα με π.χ. εργαζόμενους φοιτητές, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να βοηθούσε.

3. Πλήρης αποδέσμευση της έρευνας από την συνεχή γραφειοκρατία, στα πρότυπα των ελέγχων χρηματοδοτήσεων της ευρωπαϊκής επιτροπής. Οι χρηματοδοτήσεις ας οφείλουν να ξοδεύονται σύμφωνα με τον προϋπολογισμό ανάμεσα σε μισθούς και αναλώσιμα ή μηχανήματα, με ένα μικρό περιθώριο απόκλισης (π.χ. ±5%) και ο έλεγχος να γίνεται μόνον στο τέλος από λογιστές, και για χρηματοδοτήσεις από ένα όριο και επάνω. Η σημερινή γραφειοκρατία, που από ότι ακούω από συναδέλφους περιλαμβάνει διαγωνισμό για χαρτί φωτοτυπικού και μελάνια εκτυπωτή, καθώς και κατάθεση προϋπολογισμού για αναλώσιμα από ... την προηγούμενη χρονιά, δεν είναι απλά κωμική για τα διεθνή δεδομένα και τροχοπέδη για την έρευνα στην Ελλάδα. Δεν είναι καν "ανταποδοτική". Οι προϋπολογισμοί εύκολα καταστρατηγούνται με "συμφωνίες επιβίωσης" μεταξύ προμηθευτών και ερευνητών ("γράψε ότι και πέρσι μωρέ, και θα τα βρούμε τι ακριβώς θέλουμε") και απλά οδηγούν σε κόστος σε ανθρωποώρες αλλά και στα αναλώσιμα. Συγχρόνως, ο πιο εύκολος τρόπος κατάχρησης δεν είναι τα αναλώσιμα, αλλά οι εικονικοί μισθοί από ερευνητικά προγράμματα (με πολλούς ευφάνταστους τρόπους) ...

Και επειδή ποτέ δεν πρέπει να κρίνετε ένα βιβλίο από το εξώφυλλο του αλλά ούτε ένα κείμενο απλά και μόνο από τον τίτλο του, ας ξεφύγω από τα τρία απλά μέτρα.

Ας επαναφέρω στην συζήτηση και ένα λιγότερο απλό μέτρο που έχει προτείνει επανειλημμένα ο φίλος και συνάδελφος Αχιλλέας Γραβάνης: τέλος εγγραφής για κάθε ακαδημαϊκό έτος. Ένα μικρό αλλά όχι απλά συμβολικά ποσό. Για όσα τμήματα το επιθυμούν, και με σαφές ανώτατο όριο από την πολιτεία, στα πλαίσια των κανόνων των μεταπτυχιακών. Που θα δηλώνει την επιθυμία του φοιτητή να φοιτήσει. Που θα βοηθήσει τους προϋπολογισμούς των τμημάτων αλλά και μέτρα όπως αυτά στο σημείο (1) παραπάνω, ώστε τα τμήματα να μην δέχονται υπερβολικά μικρό αριθμό φοιτητών, φοβούμενα την απώλεια εσόδων. Που να μπορεί να μην είναι απαιτητό με βάση εισοδηματικά και κοινωνικά  κριτήρια. Ας προβλέπεται ακόμα και να μπορεί κάποιος να αρνηθεί την καταβολή του για λόγους πίστης στο Σύνταγμα και την επιταγή του για δωρεάν Παιδεία με μια απλή δήλωση (ακόμα και έτσι, πιστεύω ότι περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές θα δεχτούν να το πληρώσουν για λόγους αρχής, αν τους εξηγηθεί η σημασία του κατά την πρώτη ημέρα της φοίτησης).

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2019

Καλά, υπάρχει ακόμα το Ποτάμι; - Μεταρρύθμιση


Αυτή είναι η πιο συχνή ερώτηση που εισέπραξα κατά την διάρκεια των σύντομων διακοπών μου στην Ελλάδα, από ανθρώπους που σχεδόν όλοι είχαν ψηφίσει Ποτάμι στις εκλογές του ’14-’15, και οι περισσότεροι ψήφισαν το Ποτάμι και στις πρόσφατες Ευρωεκλογές.

Υπάρχει λοιπόν ακόμα το Ποτάμι;

Ναι, υπάρχει.

Πρέπει όμως να υπάρχει ακόμα το Ποτάμι;

Ανατρέχοντας στο τι προσπάθησε να κάνει διαχρονικά το Ποτάμι, μπορούμε να δούμε ότι πολλές πολιτικές θέσεις του Ποταμιού έγιναν πραγματικότητα, χάρη στην κοινοβουλευτική παρουσία αλλά και την κρίσιμη ψήφο των βουλευτών του Ποταμιού. Την ψήφο αυτών που μετά λιγοψύχησαν, την ψήφο  αυτών που στην πορεία διαφώνησαν και έφυγαν ή έμειναν (στο ΚινΑλ …!), αλλά κυρίως την ψήφο αυτών που έμειναν μαζί μέχρι και το τέλος της Κοινοβουλετικής μας παρουσίας.

Χάρη και στο Ποτάμι η Ελλάδα βρέθηκε πιο κοντά στην Ευρώπη.

Πέρασε ο νόμος για την ιθαγένεια.

Πέρασε ο νόμος για το σύμφωνο συμβίωσης.

Πέρασε ο νόμος για την τεκνοθεσία και αναδοχή.

Πέρασε ο Νέος Ποινικός Κώδικας.

Πέρασε η συμφωνία για την Βόρεια Μακεδονία.

Όλες αυτές ήταν θέσεις του Ποταμιού, και το Ποτάμι επέτρεψε στον ΣΥΡΙΖΑ να τις ψηφίσει, παρά τις αντιρρήσεις των ευκαιριακών συγκυβερνητών του της Λαϊκής (οΘντκ) Δεξιάς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ φυσικά δεν τόλμησε μια πραγματική συμφωνία με την Εκκλησία που θα αποδέσμευε και τα δύο μέρη με αμοιβαία ικανοποιητικό τρόπο, σεβόμενη τους ιστορικούς δεσμούς τους. Παρά κάποιες αξιόλογες προσπάθειες στην Υγεία, την Οικονομία και τα Εργασιακά, έμεινε στην επιφάνεια. Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν αντιπαραγωγικός στις μεταρρυθμίσεις που το Ποτάμι πάντα επέμενε ότι είναι απόλυτα απαραίτητες στην διοίκηση, την φορολογία, την οικονομία, την εκπαίδευση, την δικαιοσύνη, την οικολογία.

Η ΝΔ με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έρχεται με υποσχέσεις κυρίως για μεταρρυθμίσεις στην διοίκηση, την φορολογία, την οικονομία, την εκπαίδευση, οι οποίες κινούνται προς την φιλοσοφία του Ποταμιού.

Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέχρι τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2020 έχει κάνει σαφείς ενέργειες που θα είναι σύμφωνες με τις εξαγγελίες του, το Ποτάμι θα μπορεί να περηφανεύεται ότι σε 5 χρόνια ζωής, κατάφερε να εφαρμόσει το 80% την πολιτικής του ατζέντας χωρίς καν να βρεθεί στην Κυβέρνηση!

Λέω το 80% γιατί στην οικολογία και για για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν υπάρχει σαφής πολιτική ατζέντα, στην δικαιοσύνη δεν έχω δει σαφείς προθέσεις, στην υγεία υπάρχει μια αμφιλεγόμενη ηγεσία και ασαφείς (για νά μην πω λάθος) προθέσεις, ενώ και στην εκπαίδευση η προσήλωση στο θέμα του ασύλου και την ψευδεπίγραφη και ταλαιπωρημένη αριστεία, είναι για την ώρα αντιπαραγωγική.

Επίσης, από τη ΝΔ έχουμε δει ήδη και ευτράπελα: καμία πρόθεση εξορθολογισμού της επιδοματικής πολιτικής, αμφιλεγόμενες μεθοδολογικά ενέργειες όπως την κατάργηση του ΑΜΚΑ για αλλοδαπούς, αστειότητες όπως την κατάργηση-επανίδρυση της Υπηρεσίας Διαστήματος, αλλά και την γελοιότητα με το γραφείο του Πρωθυπουργού στην Θεσαλλονίκη.

Ας δώσουμε όμως μια ευκαιρία στη ΝΔ να δείξει για τουλάχιστον μισό χρόνο τις πραγματικές της προθέσεις. Ας προσπαθήσουμε και να βοηθήσουμε τουλάχιστον τεχνοκρατικά όπου οι πολιτικές μας συμπίπτουν. Ας βρεθούμε όμως και έτοιμη της αρχή της Άνοιξης του 2020 να απαντήσουμε στο κρίσιμο ερώτημα:

Χρειάζεται ακόμα η Ελλάδα το Ποτάμι;

Ας κρίνουμε σε ένα ανοιχτό συνέδριο την Άνοιξη, με συμμετοχή παλιών και νέων φίλων μας, αν η Ελλάδα χρειάζεται ακόμα το Ποτάμι.

Αν κρίνουμε πως όχι, διότι οι βασικές μας επιδιώξεις έχουν πλέον επιτευχθεί, ας αποχωρήσουμε περήφανοι για την πορεία μας, έχοντας αφήσει και το πολιτικό μας στίγμα, αλλά και νέα δυναμικά στελέχη στην πολιτική σκηνή.

Αν κρίνουμε πως ναι,  ας θυμηθούμε ότι τα ποτάμια όταν έχουν υπάρξει οι απαραίτητες συνθήκες τον χειμώνα, την άνοιξη αγριεύουν, και στην κοίτη του “ξεροπόταμου” εμφανίζεται ένας νέος ποταμός. Ένα Ποτάμι, ορμητικό, ασυμβίβαστο, που θα παρασύρει στο διάβα του ότι αντιστέκεται ακόμα.

Ας είμαστε έτοιμοι λοιπόν. Όχι σιωπηλοί. Όχι αδρανείς. Αλλά ούτε και βιαστικοί.

  Απλά έτοιμοι.